Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2009

ΤΟ ΠΕΤΑΓΜΑ ΤΟΥ ΚΟΝΔΟΡΑ

Μέρος Πρώτο

1


Με τα μούτρα μου κολλημένα στο παγωμένο τζάμι, χάζευα έξω το πυκνό χιόνι που έπεφτε ύπουλα όλη τη νύχτα.
Στη μέση του δρόμου, μια παρέα από μικρά και μεγάλα παιδιά που έφευγαν για το σχολείο με γέλια και πειράγματα, σταμάτησαν και άρχισαν να μαζεύουν το αφράτο χιόνι. Ένας, που είχε ταλέντο στη γλυπτική το έπαιρνε και άρχισε να φτιάχνει έναν αστείο χιονάνθρωπο. Μόλις τελείωσε με το κεφάλι του, έβαλε στο στόμα ένα μικρό ξύλο που τον έκανε να μοιάζει με άνθρωπο που καπνίζει. Ένα παιδί είπε ένα αστείο που γέλασαν όλοι μαζί και αμέσως έφυγαν τρέχοντας για το σχολείο.
Μελαγχόλησα.
Η άνοιξη αργούσε να ’ρθει κι εγώ βιαζόμουν.
Στα μισά του ακόμη ο Φλεβάρης και για τρίτη φορά τα γύρω βουνά και οι πόλεις γίνονταν κάτασπρα.
Την περίμενα ανυπόμονα αυτή την άνοιξη. Με λαχτάρα. Όπως το ξεραμένο χωράφι το πρωτοβρόχι. Όπως ο ναυαγός να δει τη στεριά. Όπως ο ναυτικός περιμένει να φυσήξει ούριος άνεμος.
Βιαζόμουν να δω την αμυγδαλιά της αυλής μας ανθισμένη.
Νομίζω πως είχα κιόλας ξεχάσει πως ήταν αυτά τα μικρά, άσπρα και ροζ ντελικάτα μικρά ανθάκια.
Έχουν περάσει πολλά χρόνια απ’ την τελευταία άνοιξη που θυμάμαι την αμυγδαλιά μας ανθισμένη.
Η τελευταία άνοιξη στα χρόνια της αθωότητας.

Λαχανιασμένος, είχα τινάξει τα λεπτά κλαδιά της και τα μικρά κάτασπρα ανθάκια, είχαν πέσει όλα μαζί επάνω στα μαλλιά και στους ώμους της Μελιώς.
Η Μελιώ είχε σταματήσει ξαφνιασμένη. Με το πρόσωπο ξαναμμένο. Έμοιαζε κι αυτή μ’ ένα αγριολούλουδο που ’χε ανθίσει με την άνοιξη.
Ήταν μόλις δώδεκα κι εγώ στα δεκάξι. Δεν ξέρω πόση ώρα την κυνηγούσα γύρω-γύρω απ’ την αμυγδαλιά. Έτρεχε και μου φώναζε. Σταματούσε και μου έβγαζε τη γλώσσα.
Κάποια στιγμή, στάθηκε λαχανιασμένη. Τα πράσινα μάτια της γυάλιζαν παράξενα. Το στήθος της, -στα δώδεκα δεν είχε ξεπεταχτεί ακόμη κι εγώ την κορόιδευα και της έλεγα πως είναι σαν αγόρι κι αυτή έφευγε μουτρωμένη για να μου φωνάξει βγάζοντας τη γλώσσα της, πως κι εγώ δεν ήμουν τίποτα άλλο, παρά μόνο ένας κακός και άσχημος μπιμπικιάρης- ανεβοκατέβαινε στο ρυθμό της ανάσας της. Πρόλαβα και την έπιασα. Της έστριψα άγρια το χέρι για να γυρίσει και να ακουμπήσει το στήθος της στο δικό μου. Δεν την άφησα να φύγει όπως τις άλλες φορές. Που μόλις την έπιανα την άφηνα και έτρεχα να φωνάξω ‘’φτου ξελεφτερία’’. Την έσφιγγα μ’ όλη μου τη δύναμη. Κι αυτή, με κοιτούσε και δεν μου έλεγε πως την πονούσα.
Την εποχή εκείνη δεν ήξερα τι ’ναι η αγάπη. Δεν ήξερα, πως εκείνο το άγγιγμα της, που μ’ έκανε να τρέμω ολόκληρος και να χάνω τα λογικά μου, και εκείνη η τρελή επιθυμία να είμαι όλο κοντά της και να μην την χάνω ούτε μια στιγμή απ’ τα μάτια μου, το λέγανε αγάπη.
Ακόμη δεν ήξερα πως εκείνο το βροντοχτύπημα στο στήθος μου όταν την έβλεπα, το έλεγαν αγάπη. Πως ήταν μια αγάπη που μέρα με τη μέρα, φούντωνε και αγρίευε. Δεν ήξερα ακόμη πως όταν θύμωνα με τον φίλο μου τον Σταμάτη που την κοιτούσε λαίμαργα, και όλη την ώρα της έλεγε ότι μια μέρα θα την έκλεβε και θα την παντρευόταν κρυφά σ’ ένα μικρό εκκλησάκι, πως αυτό το σκίρτημα στην καρδιά μου το λέγανε αγάπη. Και όταν την ανέβαζα επάνω στο ποδήλατο και την πήγαινα βόλτα, ακόμη δεν ήξερα πως αυτό το συναίσθημα που με πλημμύριζε όταν έγερνε πίσω το ξανθό κεφάλι της και ακουμπούσε στο στήθος μου, το λέγανε αγάπη. Κι αυτή, λες και το ’ξερε νωρίτερα από μένα, γυρνούσε το κεφάλι της και με κοιτούσε με ξαναμμένο το πρόσωπό της και τα χείλια μισάνοιχτα.
Κάποια στιγμή μου ξέφυγε. Έτρεξε σαν το αεράκι με τα μαλλιά της να ανεμίζουν.
- Έλα! Πιάσε με αν μπορείς! μου φώναξε κοροϊδευτικά κρατώντας με τα δυο της χέρια τον κορμό της αμυγδαλιάς.
Ήταν μια Κυριακή πρωί. Η μάνα μου, η καπετάνισσα, και οι αδελφές μου, η Κωνσταντίνα και η Ρόη, είχαν φύγει πρωί-πρωί για την εκκλησία. Με την πρώτη καμπάνα. Εγώ, είχα προφασιστεί τον άρρωστο. Η Κωνσταντίνα φεύγοντας με είχε προειδοποιήσει.
- Αλίμονό σου καημενούλη μου αν παριστάνεις τον άρρωστο! Όταν γυρίσω θα φας της χρονιάς σου!
Δεν την έπιασα. Δεν πρόλαβα. Η βαριά σιδερένια πόρτα της αυλής μας έτριξε επάνω στους σκουριασμένους μεντεσέδες, και η Μελιώ, έτρεξε σαν την ελαφίνα να πηδήσει τη χαμηλή μάντρα που χώριζε τα σπίτια μας. Μόνο τα ανθάκια τής αμυγδαλιάς έμειναν γύρω μου. Αν την έβλεπε η Κωνσταντίνα, κούνια που με κούναγε. Για περισσότερο από δέκα πέντε μέρες δεν θα έβλεπα ούτε μια δραχμή για χαρτζιλίκι. Αμέσως θα καταλάβαινε πως η αρρώστιά μου εκείνο το πρωινό της Κυριακής ήταν ψεύτικη. Πως έπαιζα θέατρο. Πως ήταν μόνο και μόνο για να δω την Μελιώ. Κι αυτό η Κωνσταντίνα, δεν ήθελε ούτε να το ακούει. Θύμωνε και γινόταν πολύ κακιά και μόνο που μ’ έβλεπε να κοιτάζω την Μελιώ. Την είχα κρυφακούσει να το λέει στη μάνα μας. Δεν μπορούσε να το ανεχτεί, πως εγώ, ο Νικήτας, ο γιος του καπετάν Κώστα, ο αδελφός της, σαλιάριζα με το «υιοθετημένο».
Έτσι την έλεγε την Μελιώ. ‘’Υιοθετημένο’’. Κι ας την μεγάλωναν η κυρα-Σταυρούλα και ο κυρ-Νίκος, οι θετοί γονείς της, όπως μεγάλωναν τα δικά τους παιδιά. Τον Σπύρο και την Ποπίτσα. Η Κωνσταντίνα φοβόταν. Φοβόταν πως εγώ μια μέρα θα αγαπούσα το ‘’υιοθετημένο’’, και πως για χάρη της, δεν θα είχα το νου μου στα μαθήματά μου και πως όλα τα όνειρα που είχε η οικογένεια για μένα θα ναυαγούσαν εξ’ αιτίας της Μελιώς. Της Μελιώς, που κανένας δεν ήξερε να πει πως είχε βρεθεί ένα κρύο πρωινό στην πόρτα της κυρα-Σταυρούλας τυλιγμένη μέσα σε μια βρόμικη κουβέρτα. Κάποια γύφτισσα την παράτησε, λέγανε οι γείτονες. Κάποια του ‘’δρόμου’’.

Την περίμενα μήνες την πολυπόθητη άνοιξη. Κάθε πρωί,
αγκαλιά με τη θλίψη, έπινα τον καφέ μου κοιτάζοντας έξω
τους περαστικούς.
Οι ίδιες εικόνες κάθε πρωί. Οι ίδιοι άνθρωποι. Καθημερινοί
άνθρωποι που πήγαιναν στις δουλειές τους. Φωνές απ’ τα
παιδιά που μαζεύονταν κάτω απ’ παράθυρο για να ξεκινήσουν
όλα μαζί για το σχολείο. Μαζί και το μικρό ξανθό κοριτσάκι
που τσίριζε, καθώς το τραβούσε ο μεγάλος αδελφός
με το ζόρι.
Ο μανάβης με το κάρο του, που το έσερνε ένας μισοπεθαμένος
Γάιδαρος, στην ώρα του. Κι από λίγο, ο
ψαράς με το πανέρι του κεφάλι του.
Δεν μου ταίριαζε αυτή η κλεισούρα. Αυτό το μάντρωμα, όπως το ’λεγα. Αυτή η φυλακή. Εγώ δεν ήμουν μαθημένος να βλέπω απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ τους τέσσερις τοίχους. Ούτε να χαζεύω απ’ το κλειστό παράθυρο τους ανθρώπους της στεριάς και να σκάω απ’ την έλλειψη οξυγόνου.
Εγώ είχα μάθει κάθε πρωί, να πίνω τον καφέ μου στη γέφυρα. Να κοιτάζω από κει ψηλά την πλώρη να σκαρφαλώνει στα κύματα. Να βυθίζεται στην αγκαλιά της θάλασσας. Να κοιτάζω πίσω, στην πρύμη, τα αφρισμένα απόνερα και να διορθώνω τον τιμονιέρη. Να φτάνει στη μύτη μου η μυρωδιά του καταγυάλιστο μπρούντζου της τιμονιέρας και της πυξίδας. Να βλέπω από μακριά με τα κιάλια τις ακτές και τις μενεξεδένιες βουνοκορφές. Να παρατηρώ τη νύχτα τ’ αστέρια σ’ όλη τους τη λαμπρότητα και να τα ξεχωρίζω ένα-ένα. Τ’ αστέρια του Βορρά τη μια, τ’ αστέρια του Νότου την άλλη. Να βλέπω πάνω μου, πάνω απ’ το κεφάλι μου, τον Πολικό αστέρα. Καρφωμένο εκεί στην ουρά της Μικρής Άρκτου για εκατομμύρια χρόνια, να δείχνει πάντα το Βορά.
Ανακούφιση, ελπίδα και παρηγοριά για τον θαλασσοπόρο.
Να βλέπω το ραντάρ, την πυξίδα, τον εξάντα, τους χάρτες, τα αμπάρια, το άρμπουρο, τις μπίγες, τους μουσαμάδες, τα βαρούλκα, τις σωστικές βάρκες, τις πριμάτσες, τα ρεφόρτσα, και πάλι πίσω τα μάτια μου, στον τιμονιέρη και στα απόνερα της πρύμης. Να τον ξυπνάω όταν τον έβρισκε τ’ όνειρο με το τιμόνι στο χέρι. Ούτε μίλι χαμένο.
Και στα λιμάνια, να βλέπω από μακριά τα ψηλά σπίτια, τους γερανούς, τα φώτα στις μπούκες. Πράσινο, αριστερά, κόκκινο δεξιά. Κάτω το G, βίρα το H.
Και τις ατέλειωτες νύχτες, να βλέπω τους φάρους ψηλά στα ακρωτήρια και στους κάβους. Nα αναβοσβήνουν συνθηματικά. Να μας κλείνουν το μάτι φιλικά. Παύση, αναλαμπή. Για να τους ξεχωρίζουμε. Τρία δευτερόλεπτα παύση, κάβο Φινιστέρο. Δυο δευτερόλεπτα παύση, κάβο Ούζαν, κάβο Ντόρο, κάβο Πασσέρο, κάβο Κοριέντες, κάβος Καλής Ελπίδας. Άγρυπνοι φρουροί της ναυτοσύνης. Ελπίδα.
Και οι ήχοι στ’ αυτιά μου μουσικοί. Όχι αυτοί της πόλης. Ένα κορνάρισμα αυτοκινήτου. Ένα κομπρεσέρ που ανοίγει χαντάκια. Μια μπετονιέρα. Ένα ασθενοφόρο που ουρλιάζει. Τα λάστιχα απ’ τα αυτοκίνητα στη γυαλιστερή άσφαλτο και κάπου-κάπου κανένα απότομο φρενάρισμα. Εγώ είχα άλλους ήχους στ’ αυτιά μου. Τον κρότο απ’ τα ποδάρια της μηχανής πάνω στις γλίστρες. Το χτύπημα της προπέλας στα μαύρα νερά. Τον παφλασμό των κυμάτων. Το φύσημα του αγριεμένου βοριά ανάμεσα στα ξάρτια. Τους κεραυνούς. Τη βροχή. Το ουρλιαχτό της καταιγίδας. Και οι οσμές. Άλλες οσμές. Δυνατές. Όχι αυτές τις πόλης. Από μολυσμένο αέρα και σκουπίδια. Οσμές από λάδια, κατράμι, πετρέλαιο, γράσο. μπογιά, στάρι. Καλαμπόκι, μινεράλι, σίδερα. Αλμύρα. Θάλασσα. Λαμαρίνα.
Και στα πόρτα. Στη στεριά. Στα βρόμικα μικρά σοκάκια. Άλλες οσμές εκεί. Γυναικείες. Γενετήσιες. Φτηνά αρώματα. Ζεστός ιδρώτας. Ποτά. Τσιγάρα αρωματικά. Δυο-τρεις, τέσσερις cervezas στο μπαρ, με τη γυναίκα ιδρωμένη δίπλα σου. Άσπρες, μαύρες, κίτρινες, αδιάφορες. Ξεθωριασμένες, μπαγιάτικες, απ’ τις πολλές ώρες αναμονής. Με μάτια κουρασμένα, βασιλεμένα. Γεμάτα μαύρους κύκλους, κρυμμένα κάτω από στρώμα πούδρας και μέικ απ. Μεγαλωμένες, μικρές, άβγαλτες, ξεβγαλμένες, άρρωστες. Άσπρες, μαύρες, κίτρινες, γεμάτες και αδύνατες, να πίνουν μαζί σου το νερωμένο ποτό τους και κάπου-κάπου, να ρίχνουν κρυφές ματιές, μια στο αφεντικό και μια στο ρολόι τους. Να προσδοκάν την ώρα που θα σου κάνει κέφι να φύγετε. Να βλέπεις στα μάτια τους την αδημονία. Μην το μετανιώσεις και δε βρουν σύντροφο για τη στιγμή. Για το βράδυ. Το μεροκάματο στο νου τους. Τα ποσοστά τους. Πάνω απ’ όλα. Με το νου τους στα δολάρια, στα πέσος, στα μάρκα, στις λίρες, στα γιεν.
Πόσες φορές, εκεί στα μισά του δρόμου, μισοζαλισμένος, δεν ένιωσα ναυτία και αηδία. Πόσες φορές δεν πλήρωσα και δεν γύρισα πίσω. Στη μικρή μου κουκέτα. Στις δικές μου οσμές. Στο κατράμι και την αλμύρα. Στην αγαπημένη μυρωδιά της λαμαρίνας.

Όταν μπούχτιζα να κάθομαι στο παράθυρο, σηκωνόμουν, τραβούσα τα κιτρινισμένα δαντελένια κουρτινάκια και άρχιζα να κόβω βόλτες στο άδειο σπίτι. Στις μεγάλες κάμαρες.
Όπου κι αν γύριζα, όπου κι αν έσερνα τα πόδια μου, αράχνες μόνο, σκονισμένα μωσαϊκά και πολυκαιρισμένα σημάδια στους τοίχους έβλεπαν τα μάτια μου. Σημάδια στους τοίχους από έπιπλα και κάδρα που έλειπαν.
Ούτε ένα έπιπλο στο σαλόνι. Ούτε μια καρέκλα στην τραπεζαρία. Ξυλάρμενο το σπίτι μας. Ούτε ένα φως να κρέμεται απ’ το ταβάνι. Όπως εκείνοι οι δυο περίτεχνοι Ισπανικοί πολυέλαιοι, που κρέμονταν στη μεγάλη σάλα πάνω απ’ το καρυδένιο τραπέζι. Θυμάμαι, που όποιος τους πρωτόβλεπε έμενε με ανοιχτό το στόμα. Τέτοιους δεν είχε ξαναδεί στη ζωή του. Με δεκάδες επάνω τους μικρά κρίσταλλα που λαμποκοπούσαν σαν τ’ αστέρια του ουρανού όταν άναβαν οι έξι ωοειδής λάμπες τους.
Με την παντρειά τους οι αδελφές μου, η Κωνσταντίνα πρώτη, και η Ρόη λίγο αργότερα, είχαν φροντίσει να ξεσηκώσουν όλο το σπίτι. Τίποτα δεν είχε γλιτώσει. Αν το μπορούσαν, θα έπαιρναν και τους τοίχους. Ξυλάρμενο το σπίτι. Κάδρα, έπιπλα, κασέλες, χαλιά, ισπανικά σερβίτσια απ’ τη Θέουτα, κεντήματα, στολίδια, πετσέτες, ποτήρια, μαχαιροπήρουνα κατσαρόλες, όλα. Δεν άφησαν τίποτα. Ακόμη και οι βαριές βελούδινες κουρτίνες που στόλιζαν τα δυο μεγάλα παράθυρα της μεγάλης σάλας, είχαν μετακομίσει στα σπίτια των γαμπρών μου. Και το μόνο που είχε μείνει στον τοίχο, πάνω απ’ τα σημάδια του καρυδένιου μπουφέ, που κι αυτόν τον είχε αρπάξει η Κωνσταντίνα με το έτσι θέλω και είχε γίνει αιτία να μη μιλιέται για κάμποσα χρόνια με την Ρόη, ήταν όλα τα κάδρα των πεθαμένων. Το κάδρο του παππού πρώτο, του κάδρο του πατέρα μου και τα κάδρα των θείων μου. Κρέμονταν εκεί, βουβά, σκονισμένα, για να τα βλέπω και να μου θυμίζουν τη σκληρή πραγματικότητα. Τη μαύρη μοίρα των ναυτικών.
Θλίψη μ’ έπιανε και αβάσταχτος καημός να βλέπω έτσι αραχνιασμένο και ρημαγμένο το πατρικό μου σπίτι. Σαν κανένα παροπλισμένο γέρικο σαπιοκάραβο..
Τα παλιά τα χρόνια, αυτή η μεγάλη κρύα σάλα άνοιγε τις μέρες που ήταν σπίτι ο πατέρας μου. Τον υπόλοιπο καιρό τη μέρα του αγίου Κωνσταντίνου. Στην ονομαστική γιορτή του πατέρα μου. Τη μέρα αυτή γνώριζε δόξες και μεγαλοπρέπεια. Έρχονταν όλοι οι συγγενείς και οι φίλοι να ευχηθούν στη μάνα μου. Και η μάνα μου τη μέρα αυτή έβγαινε απ’ το πρόγραμμα της οικονομίας. Δεν τσιγκουνευόταν τίποτα. Κρέατα, πίτες, γλυκά και με το παραπάνω. Έστρωνε τα καλύτερα τραπεζομάντιλα και τα καλύτερα κεντήματα. Και μετά, έκλεινε, για να περιμένει ξανά τη γιορτή του άγιου Κωνσταντίνου.

Πήρα τα μάτια μου απ’ τα παιδιά που γυρνούσαν αργά προσεκτικά, τη μεγάλη χιονένια μπάλα που είχαν φτιάξει μαζεύοντας όλο το χιόνι του δρόμου, τράβηξα τα κιτρινισμένα κουρτινάκια και σηκώθηκα για τον καθημερινό περίπατο μέσα στο άδειο κρύο σπίτι.
Έξω απ’ τη σάλα κοντοστάθηκα. Είχα καιρό να ανοίξω την πόρτα και να μπω μέσα. Απ’ το μεγάλο παράθυρο μπορούσα να δω όλο το βουνό. Άνοιξα και μπήκα. Έκανε πολύ κρύο. Πήγα κοντά στο παράθυρο και κοίταξα έξω. Το βουνό κάτασπρο. Η αυλή μας κάτασπρη. Η αμυγδαλιά μας φορτωμένη χιόνι.
Ανατρίχιασα. Στάθηκα μπροστά στα κάδρα. Ο παππούς μου, ο πατέρας μου, οι θείοι μου. Όλοι τους πεθαμένοι.
Και απ’ αυτούς όλους, μόνον ο παππούς μου είχε πεθάνει στη στεριά σε βαθιά γεράματα και θάφτηκε διαβασμένος. Οι άλλοι, ο προπάππος μου, ο πατέρας μου και τα δυο του αδέλφια είχαν θαλασσοπνιγεί σε μακρινές θάλασσες.
Αλήθεια, αναρωτιόμουν κάθε φορά που το έφερνα στο νου μου, πώς είχε αντέξει ο παππούς μου τόσο καημό και τόσο πόνο. Να βλέπει τα παλικάρια του να χάνονται το ’να ύστερα απ’ το άλλο; Τι να ’χε στο μυαλό του; Τι να σκεφτόταν άραγε; Πώς και οι τρεις τους ήταν παιδιά της θάλασσας; Πως της ανήκαν; Πώς εκεί έπρεπε να ’ναι κι αυτός;
Η γιαγιά μου πάντως δεν το ’χε αντέξει. Όταν χάθηκε ο πατέρας μου ζούσε ακόμη, και την θυμάμαι που μόλις το άκουσε, άνοιξε το στόμα της χωρίς να βγει κανένας ήχος και αμέσως ύστερα έπαθε κάτι σαν παράλυση και σε δυο μέρες πέθανε χωρίς να ξαναμιλήσει.
Ο θείος Νίκος, ο μεσαίος, μετά απ’ τον πατέρα μου, που όλοι όσοι τον θυμώνταν έλεγαν πως του έφερνα πολύ, ίδια ήταν τα μάτια μας, το στόμα, και τα πολλά άγρια μαλλιά. -κόμη ορεινή είχαν περιγράψει οι αρχές τα μαλλιά μου στο ναυτικό φυλλάδιο- είχε χαθεί στον πόλεμο. Νέος υποπλοίαρχος ήταν στο ‘’Κάβο Ντόρο’’. Ήταν κι αυτό ένα απ’ τα ελληνικά πλοία μιας μεγάλης συμμαχικής νηοπομπής, που ένα σκοτεινό βράδυ μια ύπουλη γερμανική νάρκη, κόλλησε στα ύφαλα του και το έστειλε αύτανδρο στο μαύρο βυθό του ατλαντικού.
Ο άλλος, ο πιο μικρός, ο θείος Πάνος δεν πρόλαβε να καπετανέψει. Τρίτος καπετάνιος, με δυο χρόνια προϋπηρεσία, είχε χαθεί στον Ινδικό. Ένα παραπλέον Σουηδικό, που έπιασε το σήμα κινδύνου που εξέπεμψε μετά απ’ την έκρηξη στο μηχανοστάσιο και έφτασε στη περιοχή, ανοιχτά του Μαντράς, μετά από έξι ολόκληρες ώρες, βρήκε μόνο μερικά επιπλέοντα συντρίμμια κι ένα σωσίβιο. ‘’Σάντα Μαρία’’ το έλεγαν. Παναμαδέζικης πλοιοκτησίας.
Και τον καπετάν-Κώστα, τον πατέρα μου, τον κύρη μας, τον ξακουστό καπετάνιο, σωσμένο από δυο ναυάγια, η τύχη του τον εγκατέλειψε στο Bay Biskay. Στο βυθό η ‘’Παναγιά’’ μαζί μ’ όλο το πλήρωμα. Μετατόπιση φορτίου. Ούτε το SOS δεν ακούστηκε. Τον βρήκαν κύματα δέκα μέτρα.


Περίμενα την άνοιξη για να ξαναδώ την αμυγδαλιά μας να ανθίζει και για μπάρκο ούτε λέξη. Ούτε καν στη σκέψη μου. Κλειστές όλες οι μπουκαπόρτες του μυαλού. Όλα τα σπιράγια. Όλα τα φινιστρίνια. Να μη ξεφύγει τίποτα. Να μη λασκάρει ούτε ένας κόμπος. Σφιχτά δεμένα όλα. Ασφαλισμένα. Λες και περνούσα το καράβι μέσα από κυκλώνα.
Τα μάτια μου δεν γύριζα κατά τη δύση. Κατακεί που πέφτει η θάλασσα και που όταν φυσάει πουνέντες, η αρμύρα φτάνει μέχρι τα ρουθούνια μου και μου αναστατώνει τις αισθήσεις μου.
Από μακριά στοχαζόμουν το λιμάνι. Τη θάλασσα. Τα καράβια. Απαγορευμένος καρπός η ευτυχία μου. Αλίμονό μου αν τον γευτώ. Αλίμονό μου αν κάνω την αστοχασιά και ξαναβρεθώ στη γέφυρα. Κοντά στον μπούσουλα. Κοντά στον νυσταγμένο τιμονιέρο. Κοντά στ’ άστρα. Θάνατος.
Οι φωτογραφίες το είχαν δείξει πεντακάθαρα, και ο Μηνάς ο γιατρός, ήταν κι αυτός ξεκάθαρος μαζί μου όπως ο ξάστερος ουρανός. Χωρίς περιστροφές και μισόλογα. Λίγα λόγια και σταράτα. Όπως αξίζει σ’ ένα γιατρό. Αν ήθελα να χειροτερέψω την κατάστασή μου, και να συναντήσω μια ώρα αρχύτερα τους προγονούς μου, ένας τρόπος υπήρχε μόνο μου είχε πει. Να μπαρκάρω.
Ο βήχας και ο πόνος στο στήθος, που με παίδευαν μέρα και νύχτα στο τελευταίο μπάρκο, στο τέλος δεν μου είχαν βγει σε καλό. Η συμβουλή του ήταν να μείνω κάνα χρόνο μακριά απ΄ τη θάλασσα. Ή έστω, όσο περισσότερο μπορούσα.
Στα αυτιά μου ηχούσε ακόμη η φωνή του. Distress Message. Κίνδυνος. Συναγερμός.
Κρατούσε τη φωτογραφία στο φως και μου έδειχνε με το χάρακα το θώρακα και τα πλευρά μου.
Τα λόγια του, λέξεις μία-μία τονισμένη, ακούστηκαν σαν το σφυροκόπημα του ματσακονιστή επάνω στη σκουριασμένη λαμαρίνα. Κάτι τέτοιο ήμουν κι εγώ. Μια λαμαρίνα σκουριασμένη. Που όπου και να ’ταν θα τρυπούσε.
- Φίλε Νικήτα, κομμένη. Κομμένη για κάνα χρόνο. Μπάρκο… Γιοκ. Ελπίζω να καταλαβαίνεις τι σου λέω! Αν μείνεις κάνα χρόνο μακριά απ’ τη θάλασσα, έχεις ελπίδες, αλλιώς....
Σταμάτησε. Στα παχιά κόκκινα χείλια του είχε εκείνο το περιπαικτικό χαμόγελο που το γνώριζα από τότε που ήμαστε μικρά παιδιά. Εκείνο το μισοειρωνικό χαμόγελο που άνθιζε στο στόμα του όταν μας κέρδιζε στους βόλους. Όταν κέρδιζε στη ντάμα, που ζωγραφίζαμε με κιμωλία στα σκαλοπάτια του σπιτιού του.
- Τόσο άσχημα είμαι ρε Μηνά; είπα απογοητευμένος κοιτάζοντας εχθρικά την ακτινογραφία που την κρατούσε στο φως και που μόνον αυτός έβλεπε αυτά που έλεγε. Σαν να του έδειχνα εγώ το νυχτερινό ουρανό και να του ζητούσα να μου βρει το νεφέλωμα του Καρκίνου.
- Άσχημα πολύ δεν θα ’λεγα πως είσαι Νικήτα. Δεν πεθαίνεις ακόμη. Κρατάς. Αλλά… Στο ξαναλέω. Στην παρούσα κατάσταση, αυτό δεν θα πει τίποτα. Να μην βαυκαλίζεσαι με ψεύτικες ελπίδες. Να ξεχάσεις για λίγο τη θάλασσα. Στη θάλασσα δεν θα γίνεις καλά. Όχι μπαλώματα και βιασύνες. Εσύ δεν θέλεις καλαφάτισμα. Για να ξαναδούμε τις φωτογραφίες σου πεντακάθαρες, πρέπει να κάνεις τη θεραπεία μέχρι το τέλος. Κάθε πισωγύρισμα μπορεί να σου κοστίσει ακριβά. Καταλαβαίνεις υποθέτω φίλε Νικήτα τι θέλω να σου πω! Δεν είσαι δα και κανένας χαζός.
Κράδαινε την ακτινογραφία μπροστά στα μάτια μου και με κοιτούσε κουνώντας το κεφάλι του πάνω-κάτω.
Απογοητευμένος έβγαλα τα τσιγάρα μου.
Ο Μηνάς με στραβοκοίταξε.
- Απ’ αυτό αρχίζουμε, είπε. Τέρμα το τσιγάρο. Άντε το πολύ έτσι για το αλκοολίκι, ένα κάθε πρωί με τον καφέ σου.
Κατάπια το σάλιο μου. Γιατί όλα αυτά, σκεφτόμουν. Σε τι θα ωφελούσε; Τι σημασία θα είχε αν πέθανε ακόμη και κείνη τη στιγμή. Ποιος νοιαζόταν αν ζούσα η πέθαινα;
Έτσι κι αλλιώς ο φίλος μου ο Μηνάς, χωρίς να το θέλει, χωρίς να το καταλαβαίνει, χωρίς να ’χει τέτοια πρόθεση, με καταδίκαζε σ’ έναν αργό και βασανιστικό θάνατο. Σαν το παροπλισμένο καράβι. Που σκουριάζει στο λιμάνι και περιμένει τη σειρά του να πάει για σκραπ. Πώς μπορούσα εγώ να κάτσω στη στεριά; Στεριανός αυτός, πώς μπορούσε να καταλάβει εμένα; Τι ήξερε ο Μηνάς ο γιατρός από θάλασσα; Εγώ το περισσότερο πού είχα μείνει στη στεριά, ήταν μόνο και μόνο για να δίνω εξετάσεις. Σπίτι μου ήταν το καράβι. Πώς θα ζούσα στη στεριά; Ανάμεσα σε τέσσερις κρύους τοίχους. Στη φυλακή. Εύκολο ήταν να το λέει ο Μηνάς. Όμως εγώ κάθε μέρα και κάθε νύχτα, είχα στο νου μου την πυξίδα. Τα μίλια. Τον καπνό της τσιμινιέρας. Τον ορίζοντα. Το τουμπάρισμα του καιρού. Το βαρόμετρο να βουτάει ξαφνικά στα τέσσερα-πέντε μιλιμπάρ και να σου ’ρχεται κατακέφαλα ένα rainstorm. Να ξυπνάω τη νύχτα και να αναβαίνω στη γέφυρα. Να κόβω βόλτες μ’ όλα τα φώτα σβηστά, κοιτάζοντας σιωπηλός τον ουρανό και τ’ αστέρια. Τους φάρους. Τα χρώματά τους. Ερυθρός, ιόχρους, κυανούς, πράσινος, πορτοκαλόχρους. Αναλάμπων μετ’ αναλαμπών. Ακανόνιστος. Διαλείπων. Μετά δέσμης αναλαμπών. Πρόσκαιρος. Κατακόρυφος. Περιστροφικός. Σκοτάδι πίσσα. Ένα μήνυμα ελπίδας. Πώς μπορούσε ο Μηνάς ο γιατρός, να τα ξέρει όλα αυτά; Εγώ είχα μια ζωή σπαρμένη σε χιλιάδες τετραγωνικά μίλια. Βορά, νότο, ανατολή, δύση. Τραμουντάνα, όστρια, πουνέντες, λεβάντες. Μια ζωή με θάλασσες, με λιμάνια, ουρανό, αστέρια, θύελλες, καταιγίδες, κυκλώνες. Μια ζωή, που με τον καιρό, είχα ακουμπήσει τα δάκτυλά μου σ’ όλο το κορμί της θάλασσας. Στη ζεστασιά της και στην παγωνιά της. Σαν τη γυναίκα, μια ζωή να προσπαθείς να μαντέψεις τα καπρίτσια της. Μια ζωή, να προσπαθείς να μαντέψεις τις δυνάμεις που καθοδηγούν την πορεία ενός μανιασμένου τυφώνα. Μια ζωή να προσπαθείς να προβλέψεις αν εξασθενήσει, ή αν θα ενισχυθεί, ή αν την άλλη στιγμή θα σε καταπιεί. Μια ζωή, να προσπαθείς να μαντέψεις, αν θα προλάβεις να μπεις σώος στο επόμενο λιμάνι, με την καταστρεπτική μανία πίσω σου.

Με τον Μηνά το γιατρό, ήμαστε φιλαράκια απ’ τη μέρα που περπατήσαμε στη γειτονιά. Δυο σπίτια παρακάτω το δικό του. Μετά το σπίτι που μεγάλωνε η Μελιώ. Το ‘’υιοθετημένο’’. Γιατρός και ο πατέρας του. Απ’ τους καλύτερους. Στη διάγνωση δεν τον έφτανε κανείς. Από μακριά σου ’λεγε τι έχεις. Βάρδα όμως να μην το έπιανε η παραξενιά του. Να μην του πήγαινες κόντρα. Να μην του εναντιωνόσουν σ’ αυτό που έλεγε. Να μην του μιλούσες για γιατροσόφια και τι είπε η μια γειτόνισσα, πού είχε το ίδιο σπυρί και τι είπε η άλλη, πού φούσκωνε η κοιλιά της και πρηζότανε σαν να ήταν γκαστρωμένη. Ή θα έκανες αυτό που σου ’λεγε, ή καλύτερα να μην τον φώναζες. Λαμπρός επιστήμων, αλλά κομμάτι λοξός.
Με τον Μηνά, μαζί στο δημοτικό, μαζί στο γυμνάσιο και ύστερα… πανεπιστήμιο αυτός, θάλασσα εγώ. Γιατρός αυτός. Καπετάνιος εγώ.
Απ’ το γραφτό σου δεν μπορείς να ξεφύγεις. Έτσι είχε πει η μάνα μου πάνω στον αβάσταχτο καημό της, όταν είδε και απόειδε πως οι ορμήνιες των συγγενών, τα παρακάλια της και οι προσευχές της δεν έπιασαν τόπο. Όταν κατάλαβε πως ακολουθούσα κι εγώ τη φοβερή δύναμη της μοίρας μου. Όπως είχε γίνει με όλους τους άντρες του σογιού.
- Τόσο πολύ ρε Μηνά; ψέλλισα στο τέλος κοιτάζοντάς τον μ’ ένα αίσθημα πλήρους απογοήτευσης.
Φαίνεται πως η όψη μου δεν του καλάρεσε. Μαλάκωσε. Γλύκανε. Τώρα ήταν σαν τον Μηνά που μου ζητούσε παρακαλετά το μισό παστοκύδωνο όταν μ’ έβλεπε να το τρώω έξω στο δρόμο, καθισμένος στα σκαλοπάτια του σπιτιού μου. Κάτι που το ’χα μπόλικο αφού μας το ’φερναν απ’ το νησί.
Τα λόγια του όμως, είχαν την ίδια αυστηρή προειδοποίηση. - Τόσο Νικήτα, κι άλλο τόσο! Εκτός κι αν θέλεις να παίξεις με τη ζωή σου; Βάλ’ το καλά στο μυαλό σου. Το στήθος σου είναι τρύπιο. Θα σου ’λεγα μάλιστα να έβλεπες κι έναν πιο ειδικό. Έναν πνευμονολόγο. Ένας πυρετός ακόμη σαν και τον προηγούμενο και… Κατάλαβες φίλε Νικήτα; Δεν ήταν υπερβολικός. Ούτε το έκανε για να με φοβίσει. Το καμπανάκι του κινδύνου μου χτυπούσε ο φίλος ο Μηνάς. Κάπως απότομα βέβαια, μπας και αγνοήσω τη συμβουλή του και να κάνω του κεφαλιού μου, όμως εγώ είχα βγάλει το συμπέρασμά μου. Βάρκα με τρύπες δεν μπαίνει στο νερό. Ήθελα καλαφάτισμα. - Εντάξει Μηνά. Ό,τι πεις. Βασιλική διαταγή και τα σκυλιά δεμένα, είπα παραδίνοντας τα όπλα. Γράψε μου τα γαμημένα τα φάρμακα σου και πες μου σε ποιον πνευμονολόγο πρέπει να πάω.

Συνεχίζεται...

Δεν υπάρχουν σχόλια: